ἑρμογλυφική

ἑρμογλυφικός
of
fem nom/voc sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑρμογλυφικῇ — ἑρμογλυφικός of fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Herma — de Demóstenes. En la Antigua Grecia, una herma (en griego antiguo έρμα, plural έρμαι hermai) era un pilar cuadrado o rectangular de piedra, terracota o bronce (el estípite) sobre el que se colocaba un …   Wikipedia Español

  • ερμογλυφικός — ή, ό (AM ἑρμογλυφικός, ή, όν) [ερμογλυφία] 1. αυτός που ανήκει ή είναι κατάλληλος στη γλυπτική 2. το θηλ. ως ουσ. η ερμογλυφική η γλυπτική, η αγαλματοποιία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.